気きがない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν έχω όρεξη να κάνω κάτι, δεν έχω διάθεση για κάτι, δεν έχω την πρόθεση να κάνω κάτι
  2. 02 αδιάφορος, χωρίς θέρμη, αποκαρδιωμένος, χωρίς ζωντάνια

Παραδείγματα

  • 私わたしは今いま、気きがないです。

    Δεν έχω όρεξη τώρα.

  • 疲つかれていて、今日きょうは何なにもする気きがない。

    Είμαι κουρασμένος και δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα σήμερα.

  • 新あたらしいプロジェクトへの参加さんかを促うながされたが、今いまは全まったくその気きがない。

    Με παρότρυναν να συμμετάσχω στο νέο έργο, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχω καμία διάθεση γι' αυτό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気がない
Παρόν (ευγενικό)
気がないです
Άρνηση (απλή)
気がなくない
Άρνηση (ευγενική)
気がなくないです
Παρελθόν (απλό)
気がなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
気がなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気がなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気がなくなかったです
Τε-μορφή
気がなくて
Υποθετική (ば)
気がなければ