つよ

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυναμικός, αποφασιστικός, ακλόνητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
気が強い
Παρόν (ευγενικό)
気が強いです
Άρνηση (απλή)
気が強くない
Άρνηση (ευγενική)
気が強くないです
Παρελθόν (απλό)
気が強かった
Παρελθόν (ευγενικό)
気が強かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気が強くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気が強くなかったです
Τε-μορφή
気が強くて
Υποθετική (ば)
気が強ければ