すす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω τη διάθεση να κάνω κάτι, είμαι πρόθυμος να κάνω κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
気が進む
Παρόν (ευγενικό)
気が進みます
Άρνηση (απλή)
気が進まない
Άρνηση (ευγενική)
気が進みません
Παρελθόν (απλό)
気が進んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
気が進みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気が進まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気が進みませんでした
Τε-μορφή
気が進んで
Δυνητική
気が進める
Προστακτική
気が進め
Βουλητική
気が進もう
Υποθετική (ば)
気が進めば