とおくなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
  2. 02 ζαλίζομαι, κατακλύζομαι από συναίσθημα, νιώθω εξαντλημένος, χάνω τα λογικά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
気が遠くなる
Παρόν (ευγενικό)
気が遠くなります
Άρνηση (απλή)
気が遠くならない
Άρνηση (ευγενική)
気が遠くなりません
Παρελθόν (απλό)
気が遠くなった
Παρελθόν (ευγενικό)
気が遠くなりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気が遠くならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気が遠くなりませんでした
Τε-μορφή
気が遠くなって
Δυνητική
気が遠くなれる
Προστακτική
気が遠くなれ
Βουλητική
気が遠くなろう
Υποθετική (ば)
気が遠くなれば