気きにしない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν με νοιάζει, δεν δίνω δεκάρα

Παραδείγματα

  • 小ちいさなことは気きにしない。

    Δεν δίνω σημασία στα μικροπράγματα.

  • 彼かれは人ひとの意見いけんを気きにしないタイプだ。

    Είναι ο τύπος ανθρώπου που δεν δίνει σημασία στις γνώμες των άλλων.

  • 周まわりの目めが気きになる時ときもあるけれど、結局けっきょくは自分じぶんがどうしたいかが一番いちばん大切たいせつだから、あまり気きにしないようにしている。

    Υπάρχουν φορές που με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος, αλλά τελικά το πιο σημαντικό είναι τι θέλω εγώ, οπότε προσπαθώ να μην δίνω πολλή σημασία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気にしない
Παρόν (ευγενικό)
気にしないです
Άρνηση (απλή)
気にしなくない
Άρνηση (ευγενική)
気にしなくないです
Παρελθόν (απλό)
気にしなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
気にしなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気にしなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気にしなくなかったです
Τε-μορφή
気にしなくて
Υποθετική (ば)
気にしなければ