気きにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 με απασχολεί (με αρνητική χροιά), νοιάζομαι, ανησυχώ, δίνω υπερβολική σημασία σε κάτι

Παραδείγματα

  • 小ちいさいことは気きにしない。

    Δεν δίνω σημασία στα μικροπράγματα.

  • 周まわりの目めを気きにしすぎるのはよくない。

    Δεν είναι καλό να σε απασχολεί υπερβολικά τι λένε οι άλλοι.

  • 私わたしの発言はつげんが彼かれを傷きずつけてしまったのではないかと、ずっと気きになっている。

    Με απασχολεί συνεχώς το αν τα λόγια μου τον πλήγωσαν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気にする
Παρόν (ευγενικό)
気にします
Άρνηση (απλή)
気にしない
Άρνηση (ευγενική)
気にしません
Παρελθόν (απλό)
気にした
Παρελθόν (ευγενικό)
気にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気にしませんでした
Τε-μορφή
気にして
Δυνητική
気にできる
Προστακτική
気にしろ
Βουλητική
気にしよう
Υποθετική (ば)
気にすれば