気きにするな

άλλο, επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μην ανησυχείς, μην το σκέφτεσαι

Παραδείγματα

  • 大丈夫だいじょうぶ、気きにするな。

    Μην ανησυχείς, όλα είναι καλά.

  • 小ちいさな失敗しっぱいだから、気きにするな。

    Είναι ένα μικρό λάθος, μην το σκέφτεσαι.

  • 誰だれに何なにを言いわれても、自分じぶんの信しんじる道みちを進すすめばいい。他者たしゃの評価ひょうかなんて気きにするな。

    Ό,τι κι αν σου πουν οι άλλοι, ακολούθησε τον δρόμο που πιστεύεις. Μην σε απασχολεί η γνώμη των άλλων.