にもしない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν δίνω σημασία, δεν νοιάζομαι
  2. 02 αδιαφορία, έλλειψη ενδιαφέροντος

Κλίση

Παρόν (απλό)
気にもしない
Παρόν (ευγενικό)
気にもしないです
Άρνηση (απλή)
気にもしなくない
Άρνηση (ευγενική)
気にもしなくないです
Παρελθόν (απλό)
気にもしなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
気にもしなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気にもしなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気にもしなくなかったです
Τε-μορφή
気にもしなくて
Υποθετική (ば)
気にもしなければ