気きに入いる

άλλο, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μου αρέσει, με ευχαριστεί, είμαι ευχαριστημένος, είναι του γούστου μου, μου ταιριάζει

Παραδείγματα

  • この本ほんが気きに入いりました。

    Αυτό το βιβλίο μου άρεσε.

  • 新あたらしい部屋へやがとても気きに入いりました。

    Μου άρεσε πάρα πολύ το νέο δωμάτιο.

  • 今回こんかいの旅行りょこうで泊とまったホテルは、サービスも含ふくめて非常ひじょうに気きに入いったので、また利用りようしたいと思おもいます。

    Το ξενοδοχείο που μείναμε σε αυτό το ταξίδι, μου άρεσε πάρα πολύ, ακόμα και οι υπηρεσίες του, οπότε θα ήθελα να το ξαναχρησιμοποιήσω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気に入る
Παρόν (ευγενικό)
気に入ります
Άρνηση (απλή)
気に入らない
Άρνηση (ευγενική)
気に入りません
Παρελθόν (απλό)
気に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
気に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気に入りませんでした
Τε-μορφή
気に入って
Δυνητική
気に入れる
Προστακτική
気に入れ
Βουλητική
気に入ろう
Υποθετική (ば)
気に入れば