はない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν έχω διάθεση να, δεν έχω όρεξη να, δεν έχω σκοπό να, δεν έχω καμία πρόθεση να

Παραδείγματα

  • はない

    Δεν έχω όρεξη να πάω.

  • 今日きょう料理りょうりするはないから、外食がいしょくしよう。

    Σήμερα δεν έχω διάθεση να μαγειρέψω, ας φάμε έξω.

  • かれは、どんなにまわりが期待きたいしても、この仕事しごとつづけるはないった。

    Παρόλο που όλοι περίμεναν κάτι διαφορετικό, αυτός ξεκαθάρισε ότι δεν έχει καμία πρόθεση να συνεχίσει αυτή τη δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気はない
Παρόν (ευγενικό)
気はないです
Άρνηση (απλή)
気はなくない
Άρνηση (ευγενική)
気はなくないです
Παρελθόν (απλό)
気はなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
気はなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気はなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気はなくなかったです
Τε-μορφή
気はなくて
Υποθετική (ば)
気はなければ