気きまずい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυσάρεστος, άβολος, αμήχανος, ντροπιαστικός

Παραδείγματα

  • それは気きまずかったです。

    Ήταν άβολο.

  • 昔むかしの恋人こいびとと会あって、少すこし気きまずかったです。

    Όταν συνάντησα τον/την πρώην μου, ήταν λίγο άβολα.

  • 彼かれの不用意ふよういな一言ひとことで、その場ばの空気くうきが一気いっきに気きまずくなり、皆みなが沈黙ちんもくしてしまいました。

    Λόγω της απρόσεκτης κουβέντας του, η ατμόσφαιρα έγινε αμέσως πολύ άβολη και όλοι σώπασαν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気まずい
Παρόν (ευγενικό)
気まずいです
Άρνηση (απλή)
気まずくない
Άρνηση (ευγενική)
気まずくないです
Παρελθόν (απλό)
気まずかった
Παρελθόν (ευγενικό)
気まずかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気まずくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気まずくなかったです
Τε-μορφή
気まずくて
Υποθετική (ば)
気まずければ