かす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενεργώ με διακριτικότητα, δείχνω ευαισθησία, είμαι ετοιμόλογος, λαμβάνω υπόψη τις περιστάσεις, έχω την αντίληψη να πράξω αναλόγως, πιάνω το νόημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
気を利かす
Παρόν (ευγενικό)
気を利かします
Άρνηση (απλή)
気を利かさない
Άρνηση (ευγενική)
気を利かしません
Παρελθόν (απλό)
気を利かした
Παρελθόν (ευγενικό)
気を利かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気を利かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気を利かしませんでした
Τε-μορφή
気を利かして
Δυνητική
気を利かせる
Προστακτική
気を利かせ
Βουλητική
気を利かそう
Υποθετική (ば)
気を利かせば