気きを取とられる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσπάται η προσοχή, απορροφώμαι, καταλαμβάνομαι από ενδιαφέρον

Παραδείγματα

  • 気きを取とられると、集中しゅうちゅうできません。

    Αν αποσπαστεί η προσοχή σου, δεν μπορείς να συγκεντρωθείς.

  • 子猫こねこの可愛かわいさに気きを取とられて、仕事しごとを忘わすれてしまった。

    Παρασύρθηκα από τη χαριτωμενιά του γατιού και ξέχασα τη δουλειά μου.

  • 窓まどの外そとを飛とぶ鳥とりに気きを取とられてしまい、先生せんせいが何なにを言いっていたのか全まったく聞きき取とれませんでした。

    Η προσοχή μου αποσπάστηκε από ένα πουλί που πετούσε έξω από το παράθυρο και δεν κατάλαβα τίποτα από αυτά που έλεγε ο δάσκαλος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気を取られる
Παρόν (ευγενικό)
気を取られます
Άρνηση (απλή)
気を取られない
Άρνηση (ευγενική)
気を取られません
Παρελθόν (απλό)
気を取られた
Παρελθόν (ευγενικό)
気を取られました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気を取られなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気を取られませんでした
Τε-μορφή
気を取られて
Δυνητική
気を取られられる
Προστακτική
気を取られろ
Βουλητική
気を取られよう
Υποθετική (ば)
気を取られれば