άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσελκύω την προσοχή κάποιου, κεντρίζω το ενδιαφέρον κάποιου
  2. 02 βολιδοσκοπώ κάποιον, προσπαθώ να μάθω τα πραγματικά αισθήματα κάποιου, διερευνώ (διακριτικά) τις σκέψεις κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
気を引く
Παρόν (ευγενικό)
気を引きます
Άρνηση (απλή)
気を引かない
Άρνηση (ευγενική)
気を引きません
Παρελθόν (απλό)
気を引いた
Παρελθόν (ευγενικό)
気を引きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気を引かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気を引きませんでした
Τε-μορφή
気を引いて
Δυνητική
気を引ける
Προστακτική
気を引け
Βουλητική
気を引こう
Υποθετική (ば)
気を引けば