気き分ぶんが悪わるい

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αισθάνομαι αδιαθεσία, αισθάνομαι ναυτία, αισθάνομαι άρρωστος
  2. 02 αισθάνομαι δυσαρεστημένος, αισθάνομαι προσβεβλημένος, αισθάνομαι εκνευρισμένος

Παραδείγματα

  • 気分きぶんが悪わるいです。

    Δεν αισθάνομαι καλά.

  • 朝あさからずっと気分きぶんが悪わるくて、何なにも食たべられません。

    Από το πρωί νιώθω αδιαθεσία και δεν μπορώ να φάω τίποτα.

  • 彼かれの無神経むしんけいな発言はつげんに、私わたしは本当ほんとうに気分きぶんが悪わるくなりました。

    Τα αναίσθητα σχόλιά του με έκαναν να αισθανθώ πραγματικά προσβεβλημένη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気分が悪い
Παρόν (ευγενικό)
気分が悪いです
Άρνηση (απλή)
気分が悪くない
Άρνηση (ευγενική)
気分が悪くないです
Παρελθόν (απλό)
気分が悪かった
Παρελθόν (ευγενικό)
気分が悪かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気分が悪くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気分が悪くなかったです
Τε-μορφή
気分が悪くて
Υποθετική (ば)
気分が悪ければ