ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξάτμιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
気化する
Παρόν (ευγενικό)
気化します
Άρνηση (απλή)
気化しない
Άρνηση (ευγενική)
気化しません
Παρελθόν (απλό)
気化した
Παρελθόν (ευγενικό)
気化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気化しませんでした
Τε-μορφή
気化して
Δυνητική
気化できる
Προστακτική
気化しろ
Βουλητική
気化しよう
Υποθετική (ば)
気化すれば