気き取どり

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσποίηση, επιτήδευση, πόζα
  2. 02 προσποιούμαι, παριστάνω, επιτηδεύομαι

Παραδείγματα

  • 彼かれは気取きどりがある。

    Αυτός είναι ψωνισμένος.

  • 彼かれは少すこし気取きどった話はなし方かたをする。

    Μιλάει με έναν κάπως επιτηδευμένο τρόπο.

  • 彼かれは若手わかてアーティスト気取きどりで、批評家ひひょうかの意見いけんを全まったく聞きき入いれない。

    Ποζάρει ως νεαρός καλλιτέχνης και δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη του τις απόψεις των κριτικών.