あいれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προετοιμάζω πνευματικά τον εαυτό μου, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου, παίρνω τα πάνω μου, κινητοποιώ τον εαυτό μου
  2. 02 εμψυχώνω κάποιον (με επιπλήξεις, σωματική τιμωρία κ.λπ.), παρακινώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
気合を入れる
Παρόν (ευγενικό)
気合を入れます
Άρνηση (απλή)
気合を入れない
Άρνηση (ευγενική)
気合を入れません
Παρελθόν (απλό)
気合を入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
気合を入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気合を入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気合を入れませんでした
Τε-μορφή
気合を入れて
Δυνητική
気合を入れられる
Προστακτική
気合を入れろ
Βουλητική
気合を入れよう
Υποθετική (ば)
気合を入れれば