気合負け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποκύπτω από την ένταση (π.χ. απέναντι σε έναν αντίπαλο), επηρεάζομαι από το φόβο, δειλιάζω μπροστά στην ανωτερότητα κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 気合負けする
- Παρόν (ευγενικό)
- 気合負けします
- Άρνηση (απλή)
- 気合負けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 気合負けしません
- Παρελθόν (απλό)
- 気合負けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 気合負けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 気合負けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 気合負けしませんでした
- Τε-μορφή
- 気合負けして
- Δυνητική
- 気合負けできる
- Προστακτική
- 気合負けしろ
- Βουλητική
- 気合負けしよう
- Υποθετική (ば)
- 気合負けすれば
- Υποθετική (たら)
- 気合負けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 気合負けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 気合負けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 気合負けしなさい
- Παθητική
- 気合負けされる
- Αιτιατική
- 気合負けさせる