気け圧おされる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αισθάνομαι δέος, καταβάλλομαι, υπερνικώμαι, εκφοβίζομαι, πτοούμαι

Παραδείγματα

  • 相手あいてに気圧けおされて、なにも言いえませんでした。

    Υποχώρησα στον αντίπαλο και δεν μπόρεσα να πω τίποτα.

  • 大勢おおぜいの観客かんきゃくの前まえでは、緊張きんちょうして気圧けおされてしまうことがよくあります。

    Συχνά αγχώνομαι και νιώθω να με καταβάλει το πλήθος μπροστά σε πολύ κόσμο.

  • 彼かれの圧倒的あっとうてきな存在感そんざいかんに気圧けおされ、私わたしは自分じぶんの意見いけんを言いい出だすことができませんでした。

    Η συντριπτική του παρουσία με έκανε να νιώσω να με καταβάλει, και έτσι δεν μπόρεσα να εκφράσω την άποψή μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気圧される
Παρόν (ευγενικό)
気圧されます
Άρνηση (απλή)
気圧されない
Άρνηση (ευγενική)
気圧されません
Παρελθόν (απλό)
気圧された
Παρελθόν (ευγενικό)
気圧されました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気圧されなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気圧されませんでした
Τε-μορφή
気圧されて
Δυνητική
気圧されられる
Προστακτική
気圧されろ
Βουλητική
気圧されよう
Υποθετική (ば)
気圧されれば