ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφίγγω την κοιλιακή μου χώρα (π.χ. όταν σηκώνω κάτι βαρύ), ζορίζομαι, τεντώνω (τους κοιλιακούς μυς)
  2. 02 καταβάλλω προσπάθεια, πιέζω τον εαυτό μου, δίνω τον καλύτερό μου εαυτό, προσπαθώ σκληρά
  3. 03 πληρώνω γενναιόδωρα (για κάτι), ξοδεύομαι (για κάτι), ξοδεύω πολλά χρήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
気張る
Παρόν (ευγενικό)
気張ります
Άρνηση (απλή)
気張らない
Άρνηση (ευγενική)
気張りません
Παρελθόν (απλό)
気張った
Παρελθόν (ευγενικό)
気張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気張りませんでした
Τε-μορφή
気張って
Δυνητική
気張れる
Προστακτική
気張れ
Βουλητική
気張ろう
Υποθετική (ば)
気張れば