気き恥はずかしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ντροπιασμένος, αμήχανος, άβολος

Παραδείγματα

  • 人前ひとまえで歌うたうのは気恥きはずかしい。

    Ντρέπομαι να τραγουδάω μπροστά σε κόσμο.

  • 褒ほめられると、少すこし気恥きはずかしい気持きもちになります。

    Όταν με επαινούν, νιώθω λίγο άβολα.

  • 昔むかしの自分じぶんの書かいた文章ぶんしょうを読よみ返かえすと、時々ときどき気恥きはずかしい思おもいをします。

    Όταν ξαναδιαβάζω παλιά μου κείμενα, μερικές φορές νιώθω αμήχανα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気恥ずかしい
Παρόν (ευγενικό)
気恥ずかしいです
Άρνηση (απλή)
気恥ずかしくない
Άρνηση (ευγενική)
気恥ずかしくないです
Παρελθόν (απλό)
気恥ずかしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
気恥ずかしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気恥ずかしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気恥ずかしくなかったです
Τε-μορφή
気恥ずかしくて
Υποθετική (ば)
気恥ずかしければ