ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ατονία, κατήφεια, νωθρότητα, λήθαργος, απάθεια
  2. 02 ξεθυμασμένος (αναφορικά με ανθρακούχο ποτό, μπύρα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
気抜けする
Παρόν (ευγενικό)
気抜けします
Άρνηση (απλή)
気抜けしない
Άρνηση (ευγενική)
気抜けしません
Παρελθόν (απλό)
気抜けした
Παρελθόν (ευγενικό)
気抜けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気抜けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気抜けしませんでした
Τε-μορφή
気抜けして
Δυνητική
気抜けできる
Προστακτική
気抜けしろ
Βουλητική
気抜けしよう
Υποθετική (ば)
気抜けすれば