ちがわる

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυσάρεστος, αποτροπιαστικός, απωθητικός, αηδιαστικός, αποκρουστικός, ανησυχητικός, ανατριχιαστικός
  2. 02 νιώθω αδιαθεσία, νιώθω άρρωστος
  3. 03 άβολος, ενοχλητικός, εκνευριστικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
気持ちが悪い
Παρόν (ευγενικό)
気持ちが悪いです
Άρνηση (απλή)
気持ちが悪くない
Άρνηση (ευγενική)
気持ちが悪くないです
Παρελθόν (απλό)
気持ちが悪かった
Παρελθόν (ευγενικό)
気持ちが悪かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気持ちが悪くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気持ちが悪くなかったです
Τε-μορφή
気持ちが悪くて
Υποθετική (ば)
気持ちが悪ければ