ちをめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμμαζεύομαι, συγκεντρώνομαι, προετοιμάζομαι ψυχολογικά, αναλαμβάνω δράση με αποφασιστικότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
気持ちを引き締める
Παρόν (ευγενικό)
気持ちを引き締めます
Άρνηση (απλή)
気持ちを引き締めない
Άρνηση (ευγενική)
気持ちを引き締めません
Παρελθόν (απλό)
気持ちを引き締めた
Παρελθόν (ευγενικό)
気持ちを引き締めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気持ちを引き締めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気持ちを引き締めませんでした
Τε-μορφή
気持ちを引き締めて
Δυνητική
気持ちを引き締められる
Προστακτική
気持ちを引き締めろ
Βουλητική
気持ちを引き締めよう
Υποθετική (ば)
気持ちを引き締めれば