気持ち悪い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δυσάρεστος, αηδιαστικός, αποκρουστικός, ενοχλητικός, ανατριχιαστικός
- 02 νιώθω αδιαθεσία, αισθάνομαι άρρωστος
- 03 άβολος, ενοχλητικός, εκνευριστικός
Παραδείγματα
-
虫は気持ち悪いです。
Τα έντομα είναι αηδιαστικά.
-
昨日からずっと気持ち悪いです。
Από χθες νιώθω αδιαθεσία.
-
満員電車の中は、人が多すぎて気持ち悪いです。
Το να βρίσκεσαι μέσα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο τρένο είναι πολύ δυσάρεστο.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 気持ち悪い
- Παρόν (ευγενικό)
- 気持ち悪いです
- Άρνηση (απλή)
- 気持ち悪くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 気持ち悪くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 気持ち悪かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 気持ち悪かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 気持ち悪くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 気持ち悪くなかったです
- Τε-μορφή
- 気持ち悪くて
- Υποθετική (ば)
- 気持ち悪ければ
- Υποθετική (たら)
- 気持ち悪かったら