らく

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανέμελος, άνετος, χαλαρός
  2. 02 χαλαρός, ανέμελος, εύθυμος

Παραδείγματα

  • 気楽きらく生活せいかつです。

    Είναι μια ξέγνοιαστη ζωή.

  • やすみのは、いえ気楽きらくすごしたいです。

    Τις μέρες της άδειάς μου, θέλω να τις περάσω χαλαρά στο σπίτι.

  • 人前ひとまえではつね完璧かんぺきでいようとするけれど、本当ほんとうはもっと気楽きらくきたいとおもっています。

    Προσπαθώ πάντα να είμαι τέλειος μπροστά στους άλλους, αλλά στην πραγματικότητα, θα ήθελα να ζήσω πιο ανέμελα.