れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παρουσιάζω δερματικό εξάνθημα ή φλεγμονή (π.χ. ως αντίδραση σε ερεθιστική ουσία), αντιδρώ σε κάτι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επηρεάζομαι έντονα (συνήθως με αρνητική ή επικριτική χροιά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
気触れる
Παρόν (ευγενικό)
気触れます
Άρνηση (απλή)
気触れない
Άρνηση (ευγενική)
気触れません
Παρελθόν (απλό)
気触れた
Παρελθόν (ευγενικό)
気触れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気触れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気触れませんでした
Τε-μορφή
気触れて
Δυνητική
気触れられる
Προστακτική
気触れろ
Βουλητική
気触れよう
Υποθετική (ば)
気触れれば