ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενθουσιάζομαι, ανυπομονώ, δραστηριοποιούμαι, προετοιμάζομαι ψυχολογικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
気負い込む
Παρόν (ευγενικό)
気負い込みます
Άρνηση (απλή)
気負い込まない
Άρνηση (ευγενική)
気負い込みません
Παρελθόν (απλό)
気負い込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
気負い込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気負い込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気負い込みませんでした
Τε-μορφή
気負い込んで
Δυνητική
気負い込める
Προστακτική
気負い込め
Βουλητική
気負い込もう
Υποθετική (ば)
気負い込めば