気き遣づかう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανησυχώ για (την ευημερία ή την άνεση κάποιου), νιώθω άγχος, αγωνιώ, φοβάμαι

Παραδείγματα

  • 友達ともだちを気遣きづかう。

    Νοιάζομαι για τον φίλο μου.

  • 彼女かのじょはいつも家族かぞくの健康けんこうを気遣きづかっている。

    Αυτή πάντα νοιάζεται για την υγεία της οικογένειάς της.

  • 仕事しごとでどんなに忙いそがしくても、彼かれは部下ぶかの様子ようすを細こまやかに気遣きづかうことを忘わすれない。

    Όσο απασχολημένος κι αν είναι με τη δουλειά, δεν ξεχνά ποτέ να νοιάζεται για την κατάσταση των υφισταμένων του με μεγάλη προσοχή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気遣う
Παρόν (ευγενικό)
気遣います
Άρνηση (απλή)
気遣わない
Άρνηση (ευγενική)
気遣いません
Παρελθόν (απλό)
気遣った
Παρελθόν (ευγενικό)
気遣いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気遣わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気遣いませんでした
Τε-μορφή
気遣って
Δυνητική
気遣える
Προστακτική
気遣え
Βουλητική
気遣おう
Υποθετική (ば)
気遣えば