みずあたり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασθένεια από την κατανάλωση μολυσμένου νερού

Κλίση

Παρόν (απλό)
水あたりする
Παρόν (ευγενικό)
水あたりします
Άρνηση (απλή)
水あたりしない
Άρνηση (ευγενική)
水あたりしません
Παρελθόν (απλό)
水あたりした
Παρελθόν (ευγενικό)
水あたりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
水あたりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
水あたりしませんでした
Τε-μορφή
水あたりして
Δυνητική
水あたりできる
Προστακτική
水あたりしろ
Βουλητική
水あたりしよう
Υποθετική (ば)
水あたりすれば