みず

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ταιριάζω σε κάποιον, νιώθω άνετα σε ένα περιβάλλον, το νερό κάποιου περιοχής με ωφελεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
水が合う
Παρόν (ευγενικό)
水が合います
Άρνηση (απλή)
水が合わない
Άρνηση (ευγενική)
水が合いません
Παρελθόν (απλό)
水が合った
Παρελθόν (ευγενικό)
水が合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
水が合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
水が合いませんでした
Τε-μορφή
水が合って
Δυνητική
水が合える
Προστακτική
水が合え
Βουλητική
水が合おう
Υποθετική (ば)
水が合えば