みずわない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός δεν ταιριάζω με ένα περιβάλλον ή τρόπο ζωής, δεν μου ταιριάζει, δεν νιώθω άνετα σε ένα μέρος, δεν τα πηγαίνω καλά με κάποιον, το νερό δεν μου κάνει καλό

Κλίση

Παρόν (απλό)
水が合わない
Παρόν (ευγενικό)
水が合わないです
Άρνηση (απλή)
水が合わなくない
Άρνηση (ευγενική)
水が合わなくないです
Παρελθόν (απλό)
水が合わなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
水が合わなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
水が合わなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
水が合わなくなかったです
Τε-μορφή
水が合わなくて
Υποθετική (ば)
水が合わなければ