水を向ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός προσπαθώ να εκμαιεύσω πληροφορίες από κάποιον, ψαρεύω πληροφορίες
- 02 προσφέρω νερό σε πνεύματα κατά την επίκλησή τους (ως ιερέισσα)
- 03 προσφέρω νερό μπροστά σε έναν τάφο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 水を向ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 水を向けます
- Άρνηση (απλή)
- 水を向けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 水を向けません
- Παρελθόν (απλό)
- 水を向けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 水を向けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 水を向けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 水を向けませんでした
- Τε-μορφή
- 水を向けて
- Δυνητική
- 水を向けられる
- Προστακτική
- 水を向けろ
- Βουλητική
- 水を向けよう
- Υποθετική (ば)
- 水を向ければ
- Υποθετική (たら)
- 水を向けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 水を向けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 水を向けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 水を向けなさい
- Παθητική
- 水を向けられる
- Αιτιατική
- 水を向けさせる