みずとおさない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδιάβροχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
水を通さない
Παρόν (ευγενικό)
水を通さないです
Άρνηση (απλή)
水を通さなくない
Άρνηση (ευγενική)
水を通さなくないです
Παρελθόν (απλό)
水を通さなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
水を通さなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
水を通さなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
水を通さなくなかったです
Τε-μορφή
水を通さなくて
Υποθετική (ば)
水を通さなければ