みず

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκχύλιση εν ψυχρώ (καφές, τσάι, κ.λπ.)· εμβάπτιση σε κρύο νερό

Κλίση

Παρόν (απλό)
水出しする
Παρόν (ευγενικό)
水出しします
Άρνηση (απλή)
水出ししない
Άρνηση (ευγενική)
水出ししません
Παρελθόν (απλό)
水出しした
Παρελθόν (ευγενικό)
水出ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
水出ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
水出ししませんでした
Τε-μορφή
水出しして
Δυνητική
水出しできる
Προστακτική
水出ししろ
Βουλητική
水出ししよう
Υποθετική (ば)
水出しすれば