みず

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αραίωση, νόθευση
  2. 02 διόγκωση (προϋπολογισμού, αξίωσης κ.λπ.), φούσκωμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
水増しする
Παρόν (ευγενικό)
水増しします
Άρνηση (απλή)
水増ししない
Άρνηση (ευγενική)
水増ししません
Παρελθόν (απλό)
水増しした
Παρελθόν (ευγενικό)
水増ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
水増ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
水増ししませんでした
Τε-μορφή
水増しして
Δυνητική
水増しできる
Προστακτική
水増ししろ
Βουλητική
水増ししよう
Υποθετική (ば)
水増しすれば