水揚げ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεφόρτωμα (π.χ. πλοίου)
- 02 ψαριά (αλιεύματα), έσοδα
- 03 εισπράξεις (καταστήματος)
- 04 αποπαρθένευση (π.χ. μιας γκέισας)
- 05 συντήρηση (κομμένων λουλουδιών στην ικεμπάνα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 水揚げする
- Παρόν (ευγενικό)
- 水揚げします
- Άρνηση (απλή)
- 水揚げしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 水揚げしません
- Παρελθόν (απλό)
- 水揚げした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 水揚げしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 水揚げしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 水揚げしませんでした
- Τε-μορφή
- 水揚げして
- Δυνητική
- 水揚げできる
- Προστακτική
- 水揚げしろ
- Βουλητική
- 水揚げしよう
- Υποθετική (ば)
- 水揚げすれば
- Υποθετική (たら)
- 水揚げしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 水揚げしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 水揚げするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 水揚げしなさい
- Παθητική
- 水揚げされる
- Αιτιατική
- 水揚げさせる