Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
永遠の旅人
永
永
えい
遠
えん
の
旅
たび
人
びと
άλλο, ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αιώνιος ταξιδιώτης, μόνιμος ταξιδιώτης, μόνιμος τουρίστας