求まる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βρίσκομαι (π.χ. άγνωστη ποσότητα σε εξίσωση), υπολογίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 求まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 求まります
- Άρνηση (απλή)
- 求まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 求まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 求まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 求まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 求まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 求まりませんでした
- Τε-μορφή
- 求まって
- Δυνητική
- 求まれる
- Προστακτική
- 求まれ
- Βουλητική
- 求まろう
- Υποθετική (ば)
- 求まれば
- Υποθετική (たら)
- 求まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 求まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 求まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 求まりなさい
- Παθητική
- 求まられる
- Αιτιατική
- 求まらせる