はんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πανδημικός, ευρέως διαδεδομένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
汎発する
Παρόν (ευγενικό)
汎発します
Άρνηση (απλή)
汎発しない
Άρνηση (ευγενική)
汎発しません
Παρελθόν (απλό)
汎発した
Παρελθόν (ευγενικό)
汎発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
汎発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
汎発しませんでした
Τε-μορφή
汎発して
Δυνητική
汎発できる
Προστακτική
汎発しろ
Βουλητική
汎発しよう
Υποθετική (ば)
汎発すれば