はんしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ομαδοποίηση παρόμοιων αντικειμένων και απόδοση συλλογικού ονόματος σε αυτά, συλλογικό όνομα, γενικός όρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
汎称する
Παρόν (ευγενικό)
汎称します
Άρνηση (απλή)
汎称しない
Άρνηση (ευγενική)
汎称しません
Παρελθόν (απλό)
汎称した
Παρελθόν (ευγενικό)
汎称しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
汎称しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
汎称しませんでした
Τε-μορφή
汎称して
Δυνητική
汎称できる
Προστακτική
汎称しろ
Βουλητική
汎称しよう
Υποθετική (ば)
汎称すれば