あせ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίγος που προκαλείται από τον ιδρώτα, αίσθημα ψύχους από τον ιδρώτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
汗冷えする
Παρόν (ευγενικό)
汗冷えします
Άρνηση (απλή)
汗冷えしない
Άρνηση (ευγενική)
汗冷えしません
Παρελθόν (απλό)
汗冷えした
Παρελθόν (ευγενικό)
汗冷えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
汗冷えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
汗冷えしませんでした
Τε-μορφή
汗冷えして
Δυνητική
汗冷えできる
Προστακτική
汗冷えしろ
Βουλητική
汗冷えしよう
Υποθετική (ば)
汗冷えすれば