汚きたない

επίθετο | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρώμικος, ακάθαρτος
  2. 02 ακατάστατος, πρόχειρος (π.χ. για γραφή)
  3. 03 ανάρμοστος (για γλώσσα, κ.λπ.), άσεμνος, χυδαίος
  4. 04 άνανδρος, μικροπρεπής, άτιμος, ύπουλος
  5. 05 τσιγκούνης, άπληστος

Παραδείγματα

  • 部屋へやが汚きたないです。

    Το δωμάτιο είναι βρώμικο.

  • 彼かれの書かき方かたはとても汚きたないので、読よみにくいです。

    Ο γραφικός του χαρακτήρας είναι πολύ ακατάστατος, οπότε είναι δύσκολο να τον διαβάσεις.

  • あんな汚きたないやり方かたで勝かつのは、潔いさぎよくないと思おもう。

    Το να κερδίζεις με τόσο άθλιο/ανέντιμο τρόπο, δεν το θεωρώ τίμιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
汚い
Παρόν (ευγενικό)
汚いです
Άρνηση (απλή)
汚くない
Άρνηση (ευγενική)
汚くないです
Παρελθόν (απλό)
汚かった
Παρελθόν (ευγενικό)
汚かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
汚くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
汚くなかったです
Τε-μορφή
汚くて
Υποθετική (ば)
汚ければ