汚れを知らない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 αθώος (π.χ. παιδί), αγνός (π.χ. καρδιά)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 汚れを知らない
- Παρόν (ευγενικό)
- 汚れを知らないです
- Άρνηση (απλή)
- 汚れを知らなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 汚れを知らなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 汚れを知らなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 汚れを知らなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 汚れを知らなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 汚れを知らなくなかったです
- Τε-μορφή
- 汚れを知らなくて
- Υποθετική (ば)
- 汚れを知らなければ
- Υποθετική (たら)
- 汚れを知らなかったら