れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντλώ (νερό), γεμίζω (με νερό)
  2. 02 λαμβάνω υπόψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
汲み入れる
Παρόν (ευγενικό)
汲み入れます
Άρνηση (απλή)
汲み入れない
Άρνηση (ευγενική)
汲み入れません
Παρελθόν (απλό)
汲み入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
汲み入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
汲み入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
汲み入れませんでした
Τε-μορφή
汲み入れて
Δυνητική
汲み入れられる
Προστακτική
汲み入れろ
Βουλητική
汲み入れよう
Υποθετική (ば)
汲み入れれば