ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοιράζω αντλημένο νερό, αδειάζω με κουτάλα σε ξεχωριστά δοχεία
  2. 02 δείχνω κατανόηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
汲み分ける
Παρόν (ευγενικό)
汲み分けます
Άρνηση (απλή)
汲み分けない
Άρνηση (ευγενική)
汲み分けません
Παρελθόν (απλό)
汲み分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
汲み分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
汲み分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
汲み分けませんでした
Τε-μορφή
汲み分けて
Δυνητική
汲み分けられる
Προστακτική
汲み分けろ
Βουλητική
汲み分けよう
Υποθετική (ば)
汲み分ければ