汲み取る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντλώ (νερό), μαζεύω με κουτάλα, βγάζω, αντλώ με αντλία
- 02 κατανοώ (τα συναισθήματα κάποιου κ.λπ.), αντιλαμβάνομαι, εικάζω, λαμβάνω υπόψη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 汲み取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 汲み取ります
- Άρνηση (απλή)
- 汲み取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 汲み取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 汲み取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 汲み取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 汲み取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 汲み取りませんでした
- Τε-μορφή
- 汲み取って
- Δυνητική
- 汲み取れる
- Προστακτική
- 汲み取れ
- Βουλητική
- 汲み取ろう
- Υποθετική (ば)
- 汲み取れば
- Υποθετική (たら)
- 汲み取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 汲み取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 汲み取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 汲み取りなさい
- Παθητική
- 汲み取られる
- Αιτιατική
- 汲み取らせる