けっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφασίζω, καθορίζω, επιλύω, αποφασίζομαι
  2. 02 σπάζω και ξεχειλίζω (π.χ. αναχώματα), καταρρέω, υποχωρώ, ανοίγω ρήγμα

Παραδείγματα

  • わたしけっしてあきらめません。

    Δεν πρόκειται να το βάλω κάτω, το έχω αποφασίσει.

  • 最終的さいしゅうてき計画けいかくは、明日あしたけっする予定よていです。

    Το τελικό σχέδιο αναμένεται να αποφασιστεί αύριο.

  • 一度いちどけっしたことは、困難こんなんがあっても安易あんい変更へんこうしないのがかれ信念しんねんだ。

    Η πεποίθησή του είναι ότι μόλις πάρει μια απόφαση, δεν την αλλάζει εύκολα, ακόμα κι αν υπάρξουν δυσκολίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
決する
Παρόν (ευγενικό)
決します
Άρνηση (απλή)
決しない
Άρνηση (ευγενική)
決しません
Παρελθόν (απλό)
決した
Παρελθόν (ευγενικό)
決しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
決しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
決しませんでした
Τε-μορφή
決して
Δυνητική
決できる
Προστακτική
決しろ
Βουλητική
決しよう
Υποθετική (ば)
決すれば