ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεωρώ δεδομένο, υποθέτω, είμαι πεπεισμένος, βγάζω βιαστικά συμπεράσματα
  2. 02 προσποιούμαι, παριστάνω, θεωρώ τον εαυτό μου (κάτι), υποκρίνομαι (π.χ. άγνοια)
  3. 03 υλοποιώ μια απόφαση, επιμένω σε κάτι, παίρνω την τελική μου απόφαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
決め込む
Παρόν (ευγενικό)
決め込みます
Άρνηση (απλή)
決め込まない
Άρνηση (ευγενική)
決め込みません
Παρελθόν (απλό)
決め込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
決め込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
決め込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
決め込みませんでした
Τε-μορφή
決め込んで
Δυνητική
決め込める
Προστακτική
決め込め
Βουλητική
決め込もう
Υποθετική (ば)
決め込めば